ρόδεος

(I)
ο, Ν
ζωολ.
γένος νεοπτερύγιων ιχθύων τών γλυκών νερών τής κεντρικής και νότιας Ευρώπης, τής οικογένειας κυπρινίδες, που είναι γνωστοί για τον ασυνήθιστο τρόπο αναπαραγωγής τους, ο οποίος συνίσταται στην τοποθέτηση τών αβγών τους, με τη βοήθεια ειδικού ωαποθέτη τού θηλυκού, στη βραγχιακή κοιλότητα δίθυρων μαλακίων, λ.χ. τών μυδιών, όπου «εκκολάπτονται» και τα νεογέννητα άτομα εξέρχονται από εκεί μετά από έναν μήνα.
————————
(II)
(ῥόδεος) -έα, -ον και ῥόδειος, -ον, Α [ῥόδον]
1. αυτός που ανήκει στο ρόδο ή προέρχεται από αυτό (α. «ῥόδεα ἄνθεα», Ίβυκ.
β. «εὐώδη ῥοδέων πλόκον ἀνθέων», Ευρ.
γ. ῥόδεον λίπος», Νίκανδρ.)
2. αυτός που μοιάζει με ρόδο, ροδοειδής (α. «ροδέας σταφυλῆς ἀποσπάδιον», Ανθ. Παλ.
β. «ρόδεοι μαζοί», Νόνν.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥόδεος — of roses masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοδέων — ῥόδεος of roses fem gen pl ῥόδεος of roses masc/neut gen pl ῥοδῆ rose bush fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥόδεον — ῥόδεος of roses masc acc sg ῥόδεος of roses neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοδέαις — ῥόδεος of roses fem dat pl ῥοδῆ rose bush fem dat pl (epic ionic) ῥοδέᾱͅς , ῥοδῆ rose bush fem dat pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοδέη — ῥόδεος of roses fem nom/voc sg (epic ionic) ῥοδῆ rose bush fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοδέην — ῥόδεος of roses fem acc sg (epic ionic) ῥοδῆ rose bush fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοδέης — ῥόδεος of roses fem gen sg (epic ionic) ῥοδῆ rose bush fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοδέοιο — ῥόδεος of roses masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοδέοις — ῥόδεος of roses masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοδέοισιν — ῥόδεος of roses masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.